ισιώνω

ισιώνω
ισιώνω, ίσιωσα, ισιωμένος βλ. πίν. 3
——————
Σημειώσεις:
ισιάζωισιώνω : το ισιάζω διαφοροποιείται σε σχέση με το ισιώνω, γιατί έχει κυρίως την έννοια κάνω κάτι ίσιο (και όχι γίνομαι ίσιος).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ισιώνω — και ισώνω [ίσιος / ίσος] κάνω κάτι ίσο, ευθυγραμμίζω, εξομαλύνω, ισοπεδώνω …   Dictionary of Greek

  • ισιώνω — ισιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευθειάζω — (Μ εὐθειάζω) κάνω κάτι ίσιο, ευθύ, τό ισιώνω μσν. 1. ετοιμάζω, παρασκευάζω 2. τακτοποιώ 3. επιδιορθώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευθεία, θηλ. τού ευθύς. Το ρ. ευθειάζω κατέληξε στο νεοελλ. φτειάχνω: ευθειάζω > *φθειάζω με σίγηση τού αρχικού προτονικού… …   Dictionary of Greek

  • ισιάζω — ισιάζω, ίσιασα, ισιασμένος βλ. πίν. 35 Σημειώσεις: ισιάζω – ισιώνω : το ισιάζω διαφοροποιείται σε σχέση με το ισιώνω, γιατί έχει κυρίως την έννοια → κάνω κάτι ίσιο (και όχι → γίνομαι ίσιος) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξεστραβώνω — ξεστράβωσα, ξεστραβώθηκα, ξεστραβωμένος 1. μτβ., ισιώνω κάτι, κάνω κάτι να μην είναι στραβό. 2. κάνω κάποιον να μην είναι τυφλός, του δίνω την όραση. 3. μτφ., κάνω κάποιον να έχει αντίληψη, ενημερώνω, διδάσκω, μορφώνω: Μάθετε γράμματα να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ίσιωμα — και ίσωμα, το [ισιώνω/ισώνω] 1. δρόμος ίσος και ομαλός, χωρίς ανηφοριά ή κατηφοριά, δρόμος που ακολουθεί συνήθως οριζόντια διεύθυνση 2. μικρή επίπεδη έκταση ανάμεσα σε ανώμαλα, ιδίως ορεινά και βραχώδη, εδάφη 3. στον πληθ. τα ισιώματα μικρές… …   Dictionary of Greek

  • ανισάζω — ἀνισάζω (Α) ισιώνω, εξισώνω …   Dictionary of Greek

  • απευθύνω — (ἀπευθύνω) νεοελλ. 1. κατευθύνω, αποστέλλω κάτι προς κάποιον 2. αποτείνω («σου απευθύνει τον λόγο, του απηύθυνε επιστολή») αρχ. 1. κάνω κάτι πάλι ευθύ, ισιώνω, αποκαθιστώ 2. οδηγώ σωστά, διευθύνω 3. διοικώ, κυβερνώ, διευθετώ 4. μτφ. διορθώνω,… …   Dictionary of Greek

  • απομάσσω — ἀπομάσσω (AM) [μάσσω] Ι. 1. σφουγγίζω, καθαρίζω με σφουγγάρι 2. (στη μέτρηση σιτηρών) ισιώνω με το απόμακτρον την επιφάνεια των δημητριακών που βρίσκονται σε μετρητή χωρητικότητας 3. παίρνω αποτύπωμα II. ( ομαι) 1. αφαιρώ, αποβάλλω 2. σκουπίζω τα …   Dictionary of Greek

  • διευθύνω — (AM διευθύνω) [ευθύνω] 1. κάνω κάτι ευθύ σ όλο του το μήκος, ισιώνω 2. κυβερνώ, διοικώ, έχω υπεύθυνη θέση, διευθύνω, κατευθύνω σ ένα σημείο νεοελλ. 1. στέλνω γράμμα, δέμα κ.λπ. στη διεύθυνση κάποιου 2. γράφω πάνω στο γράμμα τη διεύθυνση τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”